













































ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
Ελληνική Ανθολογία είναι ο όρος που χρησιμοποιούν σύγχρονοι μελετητές για να περιγράψουν μια συλλογή από περίπου 4.000–6.000 επιγράμματα και ποιήματα αρχαίων Ελλήνων και Βυζαντινών ποιητών, που καλύπτουν χρονικά την περίοδο από τον 7ο αι. π.Χ. έως και τον 10ο/12ο αι. μ.Χ. Η πρώτη της έκδοση πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα. Το κυριότερο μέρος της Ανθολογίας αποτελείται από υλικό που αντλήθηκε κυρίως από δυο χειρόγραφα, την Παλατινή Ανθολογία και την Ανθολογία του Πλανούδη.
Σύμφωνα με διαφορετικό ορισμό, η Ελληνική Ανθολογία αποτελείται από τα 3.700 ποιήματα της Παλατινής και από τα 400 περίπου ποιήματα της Ανθολογίας του Πλανούδη, δηλαδή περίπου 4100 επιγράμματα/ποιήματα.
Κατά συνέπεια, ο όρος «Ελληνική Ανθολογία» είναι σχεδόν ταυτόσημος με την Παλατινή Ανθολογία. Η Ελληνική Ανθολογία (Anthologia Graeca), της οποίας η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε το 1494, χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συλλογή από δημοσιευμένους τόμους ελληνικών επιγραμμάτων. Το περιεχόμενό της αναπτύχθηκε και εμπλουτίστηκε με το πέρασμα των ετών.
«Η Παλατινή ή Ελληνική Ανθολογία είναι μία από τις πολυτιμότερες πηγές για τη γνωριμία με την αρχαία ελληνική ποίηση αλλά με την ποίηση γενικότερα.»
«Δεν μας συστήνει μονάχα με μια εποχή 17 αιώνων (από τον 7ο αι π.Χ μέχρι το 950 μ.Χ) αλλά μας διδάσκει. Τα 3.700 ποιήματά της (επιγράμματα γύρω στους 23.000 στίχους) δεν είναι μόνο ποίηση. Από τα επικά επιγράμματα της αρχαιότητας, που σκοπό είχαν να ανυψώσουν την ψυχή στο πλατωνικό άρμα που θα τους οδηγούσε προς το θείο, μέχρι τα στιχάκια της αλεξανδρινής εποχής, που αναδείκνυαν τη χαρά της ζωής και των απολαύσεων, όλα αυτά χωρούν σε λίγους μόνο στίχους που αναδεικνύουν όλο το εύρος της ανθρώπινης ύπαρξης»
«H επιγραμματική ποίηση, λαξευμένη πάνω στο μάρμαρο. Πρόκειται για μια τεράστια συλλογή που περιλαμβάνει τους πιο σημαντικούς εκφραστές του είδους, δίνοντας μια εικόνα για το πώς αντιλαμβάνονταν σε διαφορετικές εποχές και αιώνες τον θάνατο, την ύπαρξη, τον έρωτα»
Το πολύτιμο χειρόγραφο εντοπίστηκε στην Παλατινή βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης (πανεπιστήμιο Γερμανίας) από έναν 22χρονο Γάλλο λόγιο, ο οποίος δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την κριτική του έκδοση, αφού η βιβλιοθήκη λεηλατήθηκε από τα στρατεύματα των καθολικών. Το χειρόγραφο δωρίστηκε τότε στον Πάπα της Ρώμης από τον Μαξιμιλιανό της Βαυαρίας. Αργότερα, ο Ναπολέοντας το μετέφερε στη Γαλλία, αλλά μετά την ήττα του στο Βατερλό αναγκάστηκε να το επιστρέψει. Στη Γερμανία επεστράφη μόνο ο πρώτος τόμος του χειρόγραφου, με αποτέλεσμα το γνήσιο χειρόγραφο να βρίσκεται σήμερα μοιρασμένο στις δύο χώρες (Γαλλία και Γερμανία).
Αυτοκράτορας της Ρώμης, ιδιοφυής και πνευματώδης. Ηγήθηκε της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επί 29 χρόνια (117-138 μ.Χ.). Γνωστός για τα ταξίδια και τον φιλελληνισμό του. Ο Αδριανός καταγόταν από την Ισπανία.
Αυθόρμητο δείγμα του φιλελληνισμού του Αδριανού είναι το γεγονός ότι φορούσε συχνά ελληνικά ρούχα. Πρόβαλλε την Αθήνα ως κοιτίδα του πνεύματος και η Αθήνα του ανταπέδωσε την αγάπη και τις ευεργεσίες του. Επισκέφθηκε την Αθήνα τρεις φορές και διέμεινε σε αυτήν για μεγαλύτερο διάστημα από οποιαδήποτε άλλη πόλη.
Ο ναός του Ολυμπίου Διός ή Ολυμπιείο ή Στήλες Ολυμπίου Διός, αποτέλεσε τον μεγαλύτερο ναό της Ελλάδας κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους και συνεχίζει να αποτελεί έως σήμερα ένα από τα σημαντικότερα και αρχαιότερα ιερά της Αθήνας.
Ιδρύθηκε σύμφωνα με τον Παυσανία, από τον Δευκαλίωνα γενάρχη των Ελλήνων προς τιμή του Δία ως αντάλλαγμα για τη σωτηρία του μετά τον κατακλυσμό. Η ανέγερση του μεγάλου ναού άρχισε από τον Πεισίστρατο τον Νεότερο το 515 π.Χ. Η οικοδόμηση του ναού συνεχίσθηκε στην πορεία το 175 π.Χ., στις ίδιες διαστάσεις και αναλογίες αλλά από μάρμαρο, σε Κορινθιακό ρυθμό, και αποπερατώθηκε τελικά από τον Φιλέλληνα αυτοκράτορα Αδριανό, που τον εγκαινίασε το 131-132 μ.Χ. – δηλαδή 650 περίπου έτη μετά.
Ο ναός, από τους μεγαλύτερους του αρχαίου κόσμου, είχε μήκος 110,35μ., πλάτος 43,68μ., 104 κίονες κορινθιακού ρυθμού, καθένας από τους οποίους είχε 17 μέτρα ύψος, 2,6 μέτρα διάμετρο και βάρος 364 τόνους περίπου. Χρησιμοποιήθηκαν 15.500 τόνοι πεντελικού μαρμάρου, ποσότητα τετραπλάσια από εκείνη που χρειάσθηκε για τους κίονες του Παρθενώνα.
Ο Αδριανός αφιέρωσε τον ναό στον Δία και στέγαζε δύο υπερμεγέθη χρυσελεφάντινα αγάλματα του Δία και του ιδίου ενώ πλήθος αγαλμάτων στόλιζαν τον περίβολο.
Η ερείπωση άρχισε τον 5ο αι. μ.Χ. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς καταστράφηκε ο ναός αλλά εικάζεται ότι, καταστράφηκε μάλλον από κάποιο σεισμό κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων και τα ερείπια του χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή άλλων κτιρίων.
Η πρώτη σωστική επέμβαση στον ναό πραγματοποιήθηκε το 1835, ενώ το 1892 στερεώθηκαν κάποια επιστύλια του ναού, σύμφωνα με μελέτη του Ernest Ziller.
Ο ναός ανασκάφηκε την περίοδο 1889-1896 από τον Φράνσις Πένροουζ (Francis Penrose) της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών και το 1922 από το Γερμανό αρχαιολόγο Γκάμπριελ Βέλτερ (Gabriel Welter).
Από τους 104 κίονες του ναού σώζονταν μέχρι το 1852 δεκαέξι(16). Ο ένας γκρεμίσθηκε από μία μεγάλη καταιγίδα εκείνης της χρονιάς, και έχουν απομείνει 15.
Ο Κορινθιακός ρυθμός είναι ένας από τους τρεις ρυθμούς της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής και ο μεταγενέστερους από αυτούς. Οι κίονές του διακρίνονται από τα περίτεχνα κιονόκρανα τους, τα οποία διαθέτουν έναν ψηλό εχίνο ή σχέδιο “καλαθιού” διακοσμημένο με φύλλα ακάνθου. Μεταξύ των τριών κλασικών ρυθμών, ο Κορινθιακός θεωρείται ο πιο διακοσμητικός.
Εφευρέτης του Κορινθιακού κιονόκρανου ήταν ο γλύπτης Καλλίμαχος που εμπνεύστηκε από ένα καλάθι που βρισκόταν στον τάφο ενός κοριτσιού στην Κόρινθο. Το καλάθι, όπου ήταν τοποθετημένα τα παιχνίδια της, σκεπαζόταν από μία τετράγωνη πλάκα. Γύρω από το καλάθι είχαν φυτρώσει άκανθοι ακολουθώντας το σχήμα του.
Ο πρώτος γνωστός Κορινθιακός κίονας βρισκόταν στον ναό του Επικούριου Απόλλωνα. Στην Αθήνα, το πιο εξαιρετικό δείγμα Κορινθιακού ναού, είναι ο Ναός του Ολύμπιου Διός (Ολυμπιείον). Άλλα γνωστά μνημεία που ακολουθούν αυτόν το ρυθμό είναι η Βιβλιοθήκη του Αδριανού, το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και το μνημείο του Φιλοπάππου.
Στα νεότερα χρόνια, ο Κορινθιακός ρυθμός αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους αρχιτέκτονες της Αναγέννησης αλλά και από τους Νεοκλασικιστές οι οποίοι αξιοποίησαν τον περίτεχνο αυτό διάκοσμο στην αναβίωση της κλασικής αισθητικής.
Η Άκανθος (Acanthus) είναι γένος αγριολούλουδων, πολύ συνηθισμένη στον ελληνικό χώρο. Περίοδος ανθοφορίας από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο. Ο πιο εντυπωσιακός εκπρόσωπος του γένους Άκανθος είναι η Άκανθα η απαλή (Acanthus mollis). Δεν περιέχει αιχμηρά αγκάθια σε αντίθεση με την Άκανθα την ακανθώδη. Είναι πολύ διαδεδομένο είδος στο λεκανοπέδιο της Αττικής και την άνοιξη εντοπίζεται σχεδόν σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους. Αυτό το είδος Άκανθας αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για το κορινθιακό κιονόκρανο.
Τα φύλλα της ακάνθου (βότανο) έχουν φαρμακευτικές χρήσεις και χρησιμοποιούνται στην ινδική και κινεζική παραδοσιακή ιατρική. Τα φύλλα φημίζονται για τις αντιοξειδωτικές τους ιδιότητες και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τσαγιού στην Ταϊλάνδη και την Ινδονησία.
Η λέξη άκανθος προέρχεται από το «ακ-» (ακίδα/αγκάθι) + «ανθός» (λουλούδι).